- εκμυστηρεύομαι
- εκμυστηρεύομαι, εκμυστηρεύτηκα και εκμυστηρεύθηκα βλ. πίν. 20
Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.
Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.
εκμυστηρεύομαι — και ξεμυστηρεύομαι εμπιστεύομαι κάτι μυστικά σε κάποιον … Dictionary of Greek
εκμυστηρεύομαι — εκμυστηρεύτηκα, εμπιστεύομαι σε κάποιον κάτι μυστικό, φανερώνω κάτι που κρατούσα μυστικό: Της εκμυστηρεύτηκε τον έρωτά του … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
ανοίγω — (AM ἀνοίγω, Α και ἀνοιγνύω και ἀνοίγνυμι) 1. αποφράσσω κάτι, του αφαιρώ το κάλυμμα 2. (για δικαστικές πράξεις) αποσφραγίζω και κοινοποιώ 3. απομακρύνω από τη στεριά, φέρνω στο ανοιχτό πέλαγος 4. εγχειρίζω, τέμνω, κόβω το δέρμα 5. δημιουργώ, ιδρύω … Dictionary of Greek
αποκαλύπτω — (AM ἀποκαλύπτω) 1. αφαιρώ το κάλυμμα, ξεσκεπάζω 2. φανερώνω, παρουσιάζω 3. εκμυστηρεύομαι σε κάποιον κάτι νεοελλ. Ι. φέρνω στην επιφάνεια, βγάζω στη φόρα II. ( ομαι) 1. βγάζω το καπέλο μου 2. φρ. «αποκαλύπτομαι μπροστά σε κάποιον» σέβομαι κάποιον … Dictionary of Greek
απορρίπτω — κ. απορίχνω, κ. ρίχτω (AM ἀπορρίπτω) 1. αρνούμαι να δεχθώ κάτι, δεν εγκρίνω 2. περιφρονώ κάποιον, αδιαφορώ για κάποιον μσν. νεοελλ. αναθέτω τη φροντίδα κάποιου πράγματος σε κάποιον νεοελλ. Ι. ( ρίπτω) (για μαθητές και σπουδαστές) δεν προάγω σε… … Dictionary of Greek
εκκαλύπτω — (AM ἐκκαλύπτω) 1. ξεσκεπάζω 2. αποκαλύπτω, φανερώνω αρχ. 1. εκμυστηρεύομαι 2. εξηγώ, ερμηνεύω … Dictionary of Greek
εξαγορεύω — και ξαγορεύω (AM ἐξαγορεύω) [αγορεύω] 1. αποκαλύπτω μυστικό, εκμυστηρεύομαι υπό εχεμύθεια 2. (για πνευματικό) εξομολογώ 3. λέω φανερά, αποκαλύπτω με σαφήνεια 4. αποκαλύπτω κάτι μελλοντικό 5. μέσ. εξαγορεύομαι εξομολογούμαι τις αμαρτίες μου μσν.… … Dictionary of Greek
καρδιά — Μυώδες κοίλο όργανο με τέσσερις χώρους, η λειτουργία του οποίου είναι θεμελιώδης για την κυκλοφορία του αίματος, καθώς παραλαμβάνει το αίμα από τις φλέβες και ως αντλία το τροφοδοτεί στις αρτηρίες. Η κ. του ανθρώπου βρίσκεται στο πρόσθιο μέσο… … Dictionary of Greek
κατεμπιστεύομαι — (Μ) (επιτ. τ. τού εμπιστεύομαι) 1. εμπιστεύομαι απόλυτα κάποιον 2. εκμυστηρεύομαι … Dictionary of Greek
μυστιολέγω — (Μ) εμπιστεύομαι σε κάποιον ένα μυστικό, εκμυστηρεύομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < μύστης ή μυστικόν + λέγω. Για το α συνθετικό πρβλ. και μυστιπόλος] … Dictionary of Greek